Ειδικά σε αυτή την πολύχρονη οικονομική κρίση που μαστίζει την χώρα μας και όλο τον ελληνικό λαό η Plan Of Business φιλοξενεί την θέση του Κου Φώτιου Μαυρόφτα, και υποψήφιου Βουλευτή με την Ν.Δ. στην εκλογική περιφέρεια Β' Αθηνών, σχετικά με την Επανεκκίνηση της Ελληνικής Οικονομίας της Ελλάδας.


Η θέση του Κου Μαυρόφτα μας περιγράφει τον τρόπο με τον οποίο η χώρα μπορεί να επανέλθει σε τροχιά και με ποιο τρόπο στην χώρα μπορούν να έρθουν αναπτυξιακά κεφάλαια με αποτέλεσμα να ανοίξουν θέσεις εργασίας και να μην έχουμε αυτή την αιμορραγία ανθρώπινου δυναμικού σε χώρες του εξωτερικού.


Η τοποθέτηση ξεκινάει με τους όρους "Επανεκκίνηση" και "Ελλάδα" ,είναι δηλαδή τα δύο "Ε" που θα μας

απασχολήσουν, δίνοντας όμως έμφαση στο ρόλο των clusters για την επίτευξη της Επανεκκίνησης αυτής.
Γιατί όμως επανεκκίνηση κι όχι βελτίωση η κάποια άλλη παρεμφερής λέξη;
Υποδηλώνεται κατ' αυτόν τον τρόπο εμμέσως πλην σαφώς ή πλήρης αποτυχία - ανυπαρξίας του αναπτυξιακού μοντέλου πάνω στο οποίο στηρίχτηκε ή Ελληνική οικονομία τα τελευταία χρόνια και το οποίο είναι στρεβλό εν τη γεννέση του, κι επομένως καθιστά δίχως νόημα την οποιαδήποτε παρέμβαση και οικοδόμηση πάνω σε σαθρά θεμέλια;


Αρχικά, ή σημερινή κρίση (Κοινωνικές όψεις της Κρίσης στην Ελλάδα, έγινε αισθητή στα τέλη του 2009, εμφανιζόμενη αρχικά ως κρίση χρέους, τη στιγμή που στις περισσότερες χώρες, εκδηλώθηκε πρώτα ως κρίση του χρηματοπιστωτικού συστήματος. Όμως ένα ερώτημα που εύλογα τίθεται είναι εάν ή ελληνική κρίση ερμηνεύεται με τα ίδια εργαλεία με τα οποία ερμηνεύεται και η παγκόσμια, ή εάν οι πηγές κρίσης στην Ελλάδα διαφοροποιούνται.


Οι εξωγενείς παράγοντες σχετίζονται με την απορρύθμιση του χρηματοπιστωτικού τομέα που ξεκίνησε τη δεκαετία του 1980 και οδήγησε στον υπερδανεισμό και στη δημιουργία της φούσκας ακινήτων στην Αμερική και αλλού, έχοντας ως αποκορύφωμα την κατάρρευση της Lehmαn Brothers. Η εξέλιξη αυτή είχε αρνητική επίδραση σε όλες τις ευρωπαϊκές οικονομίες, όχι στον ίδιο βαθμό όμως, τη στιγμή που τα εργαλεία που είχαν οι χώρες αυτές στη διάθεσή τους ήταν περιορισμένα, αφού ή ύπαρξη του κοινού νομίσματος δεν επέτρεπε την αντιμετώπιση των συνεπειών της διεθνούς οικονομικής κρίσης μέσα από τη νομισματική υποτίμηση (Lαpαvitsαs et αl., 2012` καθώς και το κεφάλαιο 1 σ' αυτόν τον τόμο).


Ενδογενείς παράγοντες αρχικά όπως ή πολιτική κουλτούρα, η πελατειακή και άκρως λαϊκίστικη οργάνωση των κομμάτων, η πληθώρα ομάδων συμφερόντων που αντλούν προσόδους από το κράτος μέσω νομίμων -η μη- διαδικασιών, οι πρακτικές διαφθοράς και αδιαφάνειας στον πολιτικό βίο συνέβαλαν σε αλόγιστο δανεισμό για την εξυπηρέτηση τους, ενώ παράλληλα ουδεμία αύξηση υπήρξε εκ των φορολογικών εσόδων. Όσον αφορά στο ίδιο το ελληνικό καπιταλιστικό πρότυπο ανάπτυξης ή δομή της οικονομίας και οι διαρθρωτικές αδυναμίες του παραγωγικού συστήματος κατέστησαν την Ελλάδα ευάλωτη στην κρίση. Πιο συγκεκριμένα ενοχοποιούνται το μικρό μέγεθος και η χαμηλή ανταγωνιστικότητα των ελληνικών επιχειρήσεων, τα υψηλά ποσοστά αυτό απασχόλησης, καθώς και η υιοθέτηση ενός μοντέλου ανάπτυξης που στηρίζεται στην υπερκατανάλωση και τον δανεισμό. Το φαινόμενο της φοροδιαφυγής η της φοροασυλίας συνδέεται άμεσα με το οικονομικό μοντέλο ανάπτυξης που ακολουθήθηκε, το οποίο στηρίχθηκε κυρίως σε επιχειρήσεις χαμηλής προστιθέμενης αξίας, οι οποίες μπορούσαν να επιβιώσουν και να είναι ανταγωνιστικές χάρη στη <<φοροασυλία>> που απολάμβαναν ή χάρη στη δυνατότητα τους να φοροδιαφεύγουν και να εισφοροδιαφεύγουν. Επιπλέον, θα <<Έπρεπε να φθάσει κάνεις σε ένα βαθύτερο στρώμα αιτιών ή και ακόμη πιο πέρα για να καταλάβει πως συνέβησαν όλα αυτά που πλήττουν σήμερα την χώρα. Πέντε είναι τα στοιχεία της συνολικής παρακμής, τα λεγόμενα και 5Α : ή αδράνεια, ή αμορφωσιά, ο ανορθολογισμός, ή απληστία και ο αρνητισμός>> όπως επισημαίνει (Η <<Ελλάδα στην Κρίση>>). Ενώ εστιάζει στην ιδιαίτερη φύση του χαρακτήρα του ελληνικού λαού που μετατράπηκε σε ενοχή και ακολούθως σε συνενοχή>> ενώ συνεχίζει <<στη γη που υμνήθηκε όσο πουθενά αλλού το μέτρο και θεμελιώθηκε ή λογική και η επιστήμη έχει ουσιαστικά χαθεί κάθε ίχνος δομημένης σκέψης, οράματος και μακροχρόνιου σχεδιασμού>> εξηγώντας του λόγους που μας οδήγησαν ως εδώ. (Το εκκρεμές αυστηρής πειθαρχίας και αχαλίνωτου ευδαιμονισμού είναι αυτή ή έλλειψη σχεδιασμού που μας οδηγεί τώρα πιο πολύ από ποτέ να κάνουμε το προαναφερθέν Restart; Κι αν ναι, τότε ποιο παραγωγικό μοντέλο θα πρέπει να ακολουθήσουμε;


Σύμφωνα με το παγκόσμιο οικονομικό φόρουμ, στην Ελλάδα λιγότερο από το 5% του ΑΕΠ αντιπροσωπεύει την πρωτογενή παραγωγή, περίπου το 15% την δευτερογενή, ενώ περισσότερο από το 80% του ΑΕΠ προέρχεται από τον τριτογενή τομέα. Ταυτόχρονα το συγκριτικό πλεονέκτημα όπως αυτό προκύπτει και από διεθνής συμβουλευτικές εταιρείες όπως ή KPMG, ή Grant Thornton και άλλες προσδιορίζεται στον τριτογενή τομέα, δηλαδή τις υπηρεσίες και πιο συγκεκριμένα στην υψηλή τεχνολογία, τον τουρισμό και τις μεταφορές. Συνεπώς, με πυλώνα τον τομέα αυτό, αλλά και με ταυτόχρονη ανάπτυξη των άλλων δύο οι οποίοι έχουν πλήρως ατονήσει κι επομένως παρουσιάζουν τεράστια περιθώρια ανάπτυξης αλλά και κέρδους εφόσον αξιοποιηθεί σωστά ή σύγχρονη τεχνολογία και η καινοτομία, θα μπορούσε να γίνει το πολυπόθητο Restαrt της ελληνικής οικονομίας. Κρίσιμο σημείο εδώ είναι από το μοντέλο αυτό να απουσιάζει ο δημόσιος τομέας με τη μορφή και το εύρος που κατέχει σήμερα στο ΑΕΠ της χώρας, ενώ ταυτόχρονα ειδική μέριμνα πρέπει να δοθεί στην αποφυγή των "κακοτοπιών" του παρελθόντος όπως ή άδικη κατανομή των φόρων, ή αναποτελεσματικότητα στον δημόσιο τομέα και η υπέρμετρη σπατάλη σ' αυτόν, όπως και η ύπαρξη γραφειοκρατικών εμποδίων και στρεβλώσεων. Βεβαίως σχετικά με το παραγωγικό μοντέλο που θα πρέπει να καολουθήσουμε δε λείπουν και οι απαισιόδοξες απόψεις όπως αυτές εκφράζονται.


Ότι το παραγωγικό μοντέλο δεν πρόκειται να αλλάξει και ότι δεν υπάρχει στρατηγικό σχέδιο στην Οικονομία, προς τα πού πρέπει να πορευθεί ή χώρα καθώς και τι προϊόντα πρέπει να επιλέξει ώστε να έχουν ανταγωνιστικό πλεονέκτημα και να είναι διεθνώς εμπορεύσιμα, ικανά να σταθούν στις διεθνείς αγορές, π.χ. τα προϊόντα μεταλλουργίας, τα χημικά, τα τυποποιημένα τρόφιμα, οι stαrt-uppers κ.α. Αναφέρουν παράλληλα την αναγκαιότητα να αναδυθεί μία υγιής, νέα και έξυπνη επιχειρηματικότητα, ενώ τονίζουν ότι ως είναι ευρέως γνωστό πως ή αναγέννηση έρχεται μέσα από μία δημιουργική καταστροφή κι επομένως, τώρα είναι ή ευκαιρία μέσα από ένα βιώσιμο παραγωγικό μοντέλο να δοθεί το έναυσμα για ανταγωνιστικότητα και ανάπτυξη.